ἑπτάδυμος

ἑπτάδῠμος [pron. full] [ᾰ], ον, in pl.,
A seven at a birth, Arist. ap. Str.15.1.22.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • επτάδυμος — η, ο (AM ἑπτάδυμος, ον) αυτός που γεννήθηκε μαζί με άλλους έξι στον ίδιο τοκετό. [ΕΤΥΜΟΛ. Αναλογικός σχηματισμός προς το δίδυμος*] …   Dictionary of Greek

  • επτάδυμος — η, ο 1. ο εφτάδιπλος. 2. που γεννήθηκε στον ίδιο τοκετό μαζί με άλλους έξι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἑπτάδυμα — ἑπτάδυμος seven at a birth neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επτά — και εφτά (AM ἑπτά) (απόλ. αριθμ.) 1. ο αριθμός που αποτελείται από έξι συν μία μονάδες, ο μεταξύ τού έξι και τού οκτώ 2. χρησιμοποιείται για να δηλώσει απροσδιόριστο πλήθος, αμέτρητες φορές (α. «στό είπα εφτά φορές» β. «ὁ γὰρ ἑπτά ἀριθμός παρὰ τῇ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.